ισομερής

ισομερής
ης, ες
1) состоящий из равных частей; 2) (ο ) хим. изомер

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ισομερής" в других словарях:

  • ἰσομερής — equally divided masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισομερής — ές (ΑΜ ἰσομερής, ές) αυτός που αποτελείται από ίσα μέρη νεοελλ. (χημ) χαρακτηρισμός τών χημικών ενώσεων στις οποίες παρουσιάζεται το φαινόμενο τής ισομέρειας μσν. ίσος («ἰσομερὲς κέρδος», Ιουστιν.) αρχ. αυτός που παίρνει ίσο μερίδιο. επίρρ...… …   Dictionary of Greek

  • ισομερής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. αυτός που αποτελείται από ίσα μέρη. 2. «ισομερείς ενώσεις», χημικές ενώσεις με ίδιο μοριακό τύπο και βάρος αλλά με διαφορετικές ιδιότητες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰσομερῆ — ἰσομερής equally divided neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἰσομερής equally divided masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἰσομερής equally divided masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσομερεῖ — ἰσομερής equally divided masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἰσομερής equally divided masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσομερεῖς — ἰσομερής equally divided masc/fem acc pl ἰσομερής equally divided masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσομερές — ἰσομερής equally divided masc/fem voc sg ἰσομερής equally divided neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσομεροῦς — ἰσομερής equally divided masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰσομερῶς — ἰσομερής equally divided adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ισομέρεια — Φαινόμενο κατά το οποίο δύο ενώσεις, παρότι έχουν τον ίδιο γενικό χημικό τύπο, διαφέρουν ως προς τις χημικές και φυσικές τους ιδιότητες. Αυτό εξηγείται εύκολα αν λάβουμε υπόψη ότι ο γενικός χημικός τύπος δίνει μόνο μια ποιοτική και ποσοτική… …   Dictionary of Greek

  • Изомерия — (хим.). В 1824 г. Либихом и Гей Люссаком был установлен состав гремучекислого серебра (см.), при чем, на основании полученных данных, они признали безводную [Согласно господствовавшему в химии в начале нынешнего столетия взгляду, кислотами… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»